Τι είναι η Βουβωνοκήλη

Είναι ένα μικρό εξόγκωμα που εμφανίζεται στην περιοχή της κοιλιάς και οφείλεται σε κάποια αδυναμία των κοιλιακών τοιχωμάτων. Όταν δηλαδή τα τοιχώματα αυτά σε κάποιο σημείο αδυνατίσουν, τότε από εκεί ακριβώς η εσωτερική επένδυση της κοιλιάς με τις πιέσεις που ασκεί δημιουργεί ένα μικρό μπαλόνι. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου η βουβωνοκήλη δεν αναπτύσσεται με τον καιρό αλλά υπάρχει εκ γενετής.

Το να διαπιστώσει κανείς ότι έχει βουβωνοκήλη είναι συνήθως εύκολο. Παρουσιάζεται με τη μορφή εξογκώματος κάτω από το δέρμα στην περιοχή της κοιλιάς και προκαλεί έντονους πόνους. Οι πόνοι αυτοί γίνονται ιδιαίτερα αισθητοί όταν ο ασθενή σηκώνει βάρη, όταν βήχει ή στέκεται όρθιος για πολλή ώρα αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια της ούρησης ή της αφόδευσης.

Η κήλη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα, ιδιαίτερα δε όταν προκαλεί έντονους και συνεχείς πόνους καθώς μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα.

Μέθοδοι αντιμετώπισης

Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ασθενείς με κήλη θα πρέπει να προχωρήσουν σε χειρουργική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή μπορεί να γίνει είτε με την κλασική μέθοδο, είτε με τη μέθοδο της λαπαροσκοπικής αποκατάστασης.

Κλασική μέθοδος: Με αυτή την μέθοδο η επέμβαση μπορεί να γίνει είτε με τοπική είτε με γενική αναισθησία ή και με επισκληρίδιο. Ο χειρουργός κάνει μία τομή στην περιοχή όπου βρίσκεται η κήλη και μέσα από αυτή εισχωρεί στο επίπεδο της βλάβης. Εκεί, χρησιμοποιώντας ένα ειδικό πλέγμα αποκαθιστά τη βλάβη ή την τρύπα.

Λαπαροσκοπική αποκατάσταση της κήλης: Σε αυτή τη μέθοδο ο χειρουργός χρησιμοποιεί το λαπαροσκόπιο. Πρόκειται για ένα μικρό τηλεσκόπιο συνδεδεμένο με ειδική κάμερα που εισχωρεί σε μια μικρή τομή μέσω ενός σωλήνα και επιτρέπει στο χειρουργό να παρακολουθεί την κήλη σε μια μεγάλη οθόνη.

Εκτός από το λαπαροσκόπιο, στην περιοχή εισάγονται και άλλοι μικροί σωλήνες δια μέσου των οποίων εργάζεται ο χειρουργός. Με αυτόν τον τρόπο η βλάβη αποκαθίσταται εσωτερικά, από την πίσω πλευρά του κοιλιακού τοιχώματος. Το χειρουργικό πλέγμα εφαρμόζεται πάνω στη βλάβη της κήλης και έπειτα σταθεροποιείται με ράμματα.

Η μέθοδος αυτή, όπως και η κλασική, μπορεί να εφαρμοστεί με αναισθησία τοπική, γενική ή με επισκληρίδιο. Η σημαντική ωστόσο διαφορά αυτής της μεθόδου σε σχέση με την προηγούμενη έγκειται στο γεγονός ότι μειώνει σημαντικά τη μετεγχειρητική ταλαιπωρία. Ο πόνος συνήθως υποχωρεί έπειτα από μία ή δύο ημέρες και ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές του δραστηριότητες έπειτα από μικρό χρονικό